Υπάρχει ένα δεύτερο μέρος ζωής,
σαν δεύτερη ζωή να πεις και την συναντάμε,
όταν μόνο συνειδητοποιήσουμε
ότι η ζωή είναι μία.
Τότε ξεκινάμε να ζούμε αληθινά,
πετώντας από πάνω μας,
ό,τι σαν πέπλο διάφανο φορούσαμε που μας βάραινε πολύ κι ας μην το βλέπαμε καν.
Νιώθαμε όμως πως είναι εκεί.
Τα βλέματα, οι γνώμες, τα πρέπει των άλλων,
η "εικόνα".
Άλλων ανθρώπων; άλλων γενεών;
Δεν έχει σημασία όταν στο δεύτερο μέρος έχεις πια περάσει.
Γιατί βλέπεις, περνάμε όλο το πρώτο μέρος της ζωής μας να προσπαθούμε να αποδείξουμε,
ποιοι είμαστε και γιατί,
πασχίζουμε, αγωνιούμε για τις μεγάλες φωτεινές ταμπέλες,
μην τυχόν και μείνουμε πίσω και έξω.
Πίσω και έξω από την μάζα που "ξέρει".
Γιατί για να το κάνουν οι πολλοί, δίκιο θα έχουν, ας το κάνω και εγώ.
Και κάπως πριν το καταλάβω, γίνομαι μέρος μιας κοινωνίας μοχλού και υπακοής.
Μέχρι να έρθει κάτι "δυνατό" στην ζωή μου,
σαν χαστούκι,
απότομα να ξυπνήσω
και να "δω" με μάτια ανοιχτά για μια φορα,
πού βρίσκομαι.
Να χάσω την γη κάτω από τα πόδια μου,
να πέσω κάτω.
Να φωνάξω, να βρίσω, να αρρωστήσω.
Κι ύστερα... σιωπή. Βουτιά στα βαθιά και προσευχή για να βρεθεί ξέρα να πιαστώ,
να "σωθώ".
Τίποτα από εκεί έξω δεν μας σώνει ξέρεις,
παρά μόνο εμείς οι ίδιοι, εμάς.
Μέσα μας είναι η αλήθεια μας.
Και όσο την αποφεύγουμε, τόσο πονάμε.
Παίρνοντας την ευθύνη του εαυτού μας,
στρεφόμενοι προς τα μέσα,
αναγνωρίζουμε ποιοι είμαστε αληθινά.
Αναγνωρίζουμε πως δεν μας χρωστά η ζωή,
μόνο εμεις, της χρωστάμε την αλήθεια μας.
Κι όταν η αλήθεια αυτή, αρχίζει πια,
να καθρεφτίζεται στα λόγια,
στις σιωπές μας, τις πράξεις,
τα συναισθήματά μας,
παύουμε να μετράμε τις μέρες μας
κι αρχίζουμε να ζούμε πραγματικά.
Τότε είναι που περνάμε στην δεύτερη φάση της ζωής επιλέγοντας να ζούμε χωρίς μάσκες και άλλων τα πρέπει.
Χωρίς φαμφάρες και "πολλά".
Τότε συνειδητοποιούμε το μέγεθος του εγκλωβισμού μας.
Και ανακαλύπτουμε,
ότι η ελευθερία δεν ήταν ποτέ έξω από μας,
αλλά πάντα μέσα μας κρυμμένη,
περιμένοντας να την καλέσουμε,
να βγει στην επιφάνεια
και να μας πλυμμηρίσει με φως.
Δεν υπάρχει ειδική ώρα ή μέρα,
για να ξεκινήσεις το ταξίδι,
για να φτάσεις να περπατήσεις την γέφυρα αυτήν για το δεύτερο μέρος της ζωής σου.
Φτάνει μόνο η θέλησή σου, η απόφασή σου
και λίγο χιούμορ για τον δρόμο.